Στη Μονεμβασιά για Μαλβάζια οίνο, φαγητάρες, και αξέχαστες βόλτες 

Πήγα Μονεμβασιά για το 1ο Malvasia Festival Monemvasia. Και αυτά είναι τα καλύτερα που έφαγα, ήπια και έζησα εκεί.
Πήγα Μονεμβασιά για το 1ο Malvasia Festival Monemvasia. Και αυτά είναι τα καλύτερα που έφαγα, ήπια και έζησα εκεί.

Είναι βραδάκι. Αργά. Βγαίνω στο μπαλκονάκι του δωματίου μου. Από κάτω απλώνεται όλη η Μονεμβασιά. Από πάνω το φεγγάρι και τα άστρα. Η μουσική έχει σταματήσει πριν λίγο και επικρατεί απόλυτη ησυχία. Βάλε λίγο και αυτή τη μυρωδιά της φύσης. Βάλε λίγο και τη ζαλάδα από το κρασί. Ε, και κάπου εκεί καταλαβαίνω γιατί κάθε κείμενο που περιγράφει τη Μονεμβασιά δανείζεται στίχους από ποιήματα. Αφού μόνο η ποίηση μπορεί να περιγράψει αυτή την εμπειρία.

Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή. Αρχές Ιουνίου (ξανά)βρέθηκα στο πέτρινο καράβι του Ρίτσου (να και οι στίχοι), την κουκλίστικη Μονεμβασιά. Ένα πέτρινο μεσαιωνικό χωριό κλεισμένο μέσα στο κάστρο, με γραφικά σπιτάκια και πέτρινα σοκάκια, που στέκει μοναχό του σε ένα βράχο μέσα στη θάλασσα. Το σκηνικό όταν το βλέπεις για πρώτη φορά σε αφήνει απλά με το στόμα ανοιχτό. Το ίδιο και τη δεύτερη έχω να πω. Και φαντάζομαι το ίδιο άφωνη θα με αφήσει και όλες τις επόμενες.

Στην Μομεμβασιά λοιπόν πήγα για το 1ο Malvasia Festival Monemvasia – Αντεστραμμένος χρόνος, ένα φεστιβάλ αφιερωμένο στον οίνο Μαλβάζια και τον μύθο του. Ένα τριήμερο γεμάτο με βόλτες, φαγητό, ιστορία, πολιτιστικά χάπενινγκς και εννοείται μπόλικο κρασί. Και αυτές εδώ είναι οι καλύτερες εμπειρίες που έζησα (ή που δεν έζησα ακόμα), και που με έκαναν να αγαπήσω τη Μονεμβασιά ένα τσικ παραπάνω.

Τα χάπενιγκς του Malvasia Festival Monemvasia όπου παρελθόν και παρόν γίνανε ένα

Πήγα Μονεμβασιά για το 1ο Malvasia Festival Monemvasia. Και αυτά είναι τα καλύτερα που έφαγα, ήπια και έζησα εκεί.

Άκου λοιπόν τι ζήσαμε. Τη Μονεμβασιά κουκλίτσα να γεμίζει από “Βενετσιάνες”, ντυμένες με παραδοσιακές στολές που έκοβαν βόλτες στο πέτρινα σοκάκια, βάζοντας σε απευθείας στο μουντ. Μουσικές (και όχι μόνο) όλων των ειδών να ακούγονται τα βράδια σε όλο το κάστρο. Παλιά μεσαιωνική μουσική, έντεχνη με μπόλικη μελοποιημένη ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, ρεσιτάλ κλασικής κιθάρας, παραδοσιακά, ρεμπέτικα και λαϊκά αλλά και η δραματοποιημένη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου, ένα από τα πιο όμορφα ποιήματα που έχουν γραφτεί, στο μέρος που του ταιριάζει όσο τίποτε άλλο.  Σουλάτσα στα σοκάκια με ξεναγό που μας έμαθε τα πάντα για το μέρος και την ιστορία του. Προφανώς μπόλικο κρασί στην ανοιχτή γευσιγνωσία με μαλβάζιες και όχι μόνο, από τη Μονεμβασιά, την Πάρο, την Κρήτη, αλλά και από την Πάρμα Ιταλίας, την Ίστρια Κροατίας και την Σίντζες Ισπανίας, αλλά και στο Masterclass με τον Ανδρέα Ματθίδη. Και την παρουσίαση του βιβλίου «MALVASIA, ο περιώνυμος οίνος χθες και σήμερα» της Σταυρούλας Κουράκου‐Δραγώνα, πρώην Πρόεδρο του OIV – Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου που γράφει τα πάντα για τον Μαλβάζια οίνο και το μύθο του. 

Να πίνεις Μαλβάζια οίνο χαζεύοντας τη Μονεμβασιά

Πήγα Μονεμβασιά για το 1ο Malvasia Festival Monemvasia. Και αυτά είναι τα καλύτερα που έφαγα, ήπια και έζησα εκεί.

Γιατί αν δεν πιεις το πιο μυθικό κρασί της ιστορίας στον τόπο που γεννήθηκε, ε τότε που θα το πιεις; Παντού θα μου πεις, αλλά άλλη χάρη έχει να ξέρεις ότι αυτό που πίνεις, το έπιναν ακριβώς εκεί που βρίσκεσαι, ίσως και στην ίδια πεζούλα, σχεδόν 1.000 χρόνια πριν. Ο Μαλβάζιας που θα πιεις στη Μονεμβασιά είναι γλυκός, λιαστός, φρουτώδης και καραμελένιος, και είναι τέλειος για να κλείσεις γλυκά το γεύμα σου ή για να ξεκινήσεις επίσης γλυκά τη βραδιά σου.

Και αν τη βρίσκεις με την ιστορία λοιπόν, το κρασί Malvasia, ήταν ήδη διάσημο από τον 12ο αιώνα. Υπάρχουν πολλές θεωρίες για την καταγωγή του, αλλά η επικρατέστερη με βάση τα ιστορικά στοιχεία, είναι ότι προέρχεται από την καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς, που αλλιώς λεγόταν Malvasia, επειδή βρισκόταν στους πρόποδες του Πάρνωνα που λεγόταν Μαλεβός. Ξεκινώντας από τη Μονεμβασιά, ταξίδεψε και κατέκτησε όλες τις αγορές της Ανατολής και της Δύσης, σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας, για 5 ολόκληρους αιώνες. Στο ενδιάμεσο, η Μονεμβασιά καταλήφθηκε από τους Τούρκους, που σημαίνει ότι η παραγωγή εκεί σταμάτησε, ο Μαλβάζιας οίνος όμως συνέχισε το ταξίδι του μέσω της Κρήτης που ήταν Βενετοκρατούμενη, μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα. Και εκεί χάθηκε. Μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα που ξεκίνησε η αναβίωσή του στη Μονεμβασία, από το οινοποιείο Τσιμπίδη. Έτσι, σήμερα στην Ελλάδα παράγονται 4 ΠΟΠ Malvasia οίνοι, στη Μονεμβασιά, την Πάρο και την Κρήτη. Και άλλοι πόσοι στην Μεσόγειο (Κροατία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία), και στον λεγόμενο νέο κόσμο, βλέπε ΗΠΑ, Αργεντινή, Βραζιλία και Αυστραλία, με κρασιά τελείως διαφορετικά, κυρίως ξηρά λευκά, έντονα φρουτώδη. 

Το γεύμα μέσα στους λόφους και στα ελαιόδεντρα του Κinsterna 

Το Kinsterna ήταν η πρώτη μας στάση με το που φτάσαμε Μονεμβασιά. Εγώ σε μια κατάσταση γκρίνιας, γιατί είχα ξυπνήσει πρωί, ήμασταν στον δρόμο τόσες ώρες, και δεν είχα φάει τίποτα, που ας μη γελιόμαστε, αυτό ήταν η βασική αιτίας της γκρίνιας. Αλλά με το που βρεθήκαμε εκεί, τα ξέχασα όλα. Λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Μονεμβασιά, σε ένα τεράστιο κτήμα με ελιές και δέντρα, ένα πέτρινο αρχοντικό από την εποχή των Βενετών έχει αναβιώσει τα τελευταία χρόνια και έχει μεταμορφωθεί σε ένα από τα πιο απίστευτα όμορφα ξενοδοχεία που έχω δει. Το γεύμα μας ήταν στο εστιατόριο Μουριές, σε ένα τραπέζι κάτω από τον παχύ ίσκιο μιας (μάντεψε) μουριάς, με θέα τους λόφους, τη θάλασσα και τη Μονεμβασιά στο βάθος, και με μόνους ήχους τα πουλάκια, το θρόισμα των φύλλων, και 3 γατιά που έπαιζαν παραπέρα τα οποία φυσικά και πασπάτεψα. Πρώτη επική μπουκιά η βούτα του ψωμιού σε ελαιόλαδο από το κτήμα, με λίγο ανθό αλατιού. Και συνέχεια με πιάτα μεσογειακά, με τοπικά υλικά, και βότανα από τη γύρω φύση. Αξέχαστα τα ραβιόλια με ραγού μανιταριών και βελούδινη κρέμα παρμεζάνας. 

Πέρα από τις Μουριές, στο Kinsterna μπορείς να φας στο Λινός με το πατητήρι του, που είναι ταβέρνα με ξυλόφουρνο, και το Στέρνα, πιο σονσόν, που είναι σε συνεργασία με την ομάδα της Σπονδής, και βρίσκεται πάνω στη βυζαντινή στέρνα – σήμα κατατεθέν του ξενοδοχείου.

Απαραιτήτως κόβεις βόλτες στο κτήμα μετά το γεύμα, για να χαζέψεις το αρχοντικό, να δεις τη στέρνα, να ζήσεις στο ζεν βάιμπ του χώρου και να βγάλεις και τα αναγκαία επικά instagramικά βίντεο εννοείται.

Το χάζι της ανατολής μέσα από το κάστρο της Μονεμβασιάς

Πήγα Μονεμβασιά για το 1ο Malvasia Festival Monemvasia. Και αυτά είναι τα καλύτερα που έφαγα, ήπια και έζησα εκεί.

Για να ζήσεις την Μονεμβασιά στο φουλ, μείνε μέσα στο κάστρο, έστω και για ένα βράδυ. Ναι, είναι λίγο λιγότερο άνετα τα δωμάτια από αυτά έξω, ναι, έχουν και λίγο έως πολύ ανήφορο για να πας. Αλλά. Να ξυπνάς το πρωί, μόλις χτυπήσει η ήλιος το βράχο, και να αντικρίζεις τη Μονεμβασιά λουσμένη στο ροδοκόκκινο χρώμα της ανατολής, με μοναδικό ήχο τα πουλάκια και καμιά ψαρόβαρκα στο βάθος, είναι μια εικόνα που θα σε στοιχειώνει γλυκά για πολλά χρόνια ακόμα. Και στο λέω εγώ αυτό που σιχαίνομαι το πρωινό ξύπνημα. Αλλά και πάλι ξύπνησα την πρώτη μέρα στις 6 και, χάζεψα την ανατολή σα χάνος με ανοιχτό το στόμα, και μετά προφανώς ξανακοιμήθηκα. Να στο πάω όμως και ένα λέβελ μετά. Να ξενυχτήσεις με ένα κρασί χαζεύοντας το φεγγάρι όλη νύχτα, μέχρι να αντικρίσεις το ξημέρωμα. Αυτό μπαίνει στην λίστα μου για την επόμενη φορά.

Το ολόφρεσκο πρωινό του Βώλαξ με χάζι την περατζάδα

Πήγα Μονεμβασιά για το 1ο Malvasia Festival Monemvasia. Και αυτά είναι τα καλύτερα που έφαγα, ήπια και έζησα εκεί.

Προφανώς και για να το ζήσω ακόμα παραπάνω, είπα να κάνω ελληνικό στο δωμάτιο και να τον πιω στην βεράντα. Προφανώς επειδή έναν ελληνικό δεν έχω πετύχει στη ζωή μου, βγήκα άμεσα σε αναζήτηση καφέ. Τον βρήκα στο Βώλαξ. Στο Βώλαξ λοιπόν, θα αράξεις στα τραπεζάκια με θέα την πάνω πλατεία, θα κάνεις χάζι τον κόσμο που κόβει βόλτες πάνω-κάτω, θα πιεις τον εσπρέσο σου ακριβώς όπως τον πίνεις, και θα φας τις πρωινάρες σου για να πάρεις δυνάμεις για την υπόλοιπη μέρα. Εγώ σκίπαρα τις πιο τρέντι επιλογές του μενού, βλέπε αβοκάντο τοαστ και açai bowl, και πήρα αβγά σε σάλτσα ντομάτας με φέτα, τύπου σακσούκα. Ντομάτες που μύριζαν ντομάτα, και αβγά τόσο φρέσκα που ενώ είχαν σπάσει μέσα στο τηγάνι, κρατούσαν το ολοστρόγγυλο, ολοωοειδές βασικά σχήμα τους. Αν έχεις φάει αβγό ημέρας, ξέρεις ακριβώς τι εννοώ. Αν όχι, θα μάθεις. 

Οι άχαστοι “πειραγμένοι” μεζέδες στις Βόλτες

Πήγα Μονεμβασιά για το 1ο Malvasia Festival Monemvasia. Και αυτά είναι τα καλύτερα που έφαγα, ήπια και έζησα εκεί.
Στις Βόλτες δεν μπόρεσα να πάω φέτος, οπότε πάρε μια φωτό από ένα γατί.

Αυτό μου έμεινε απωθημένο, γιατί δυστυχώς οι Βόλτες ήταν κλειστές όταν πήγα, και θα συνέχιζαν να είναι κλειστές για ολόκληρο τον Ιούνιο. Είχα όμως πάει στις Βόλτες πριν μία τριετία. Και τη νοστιμιά αυτής της υπερβελούδινης φάβας με καραμελωμένα κρεμμύδια και χέλι την έχω ακόμα στο στόμα μου. Στις Βόλτες, ό,τι χάνεις από βεράντα και θέα, θα το αποζημιωθείς και με το παραπάνω με μεζέδες πειραγμένους όσο τους πρέπει. Και πλέον, θα πιεις και κρασάρες από τη λίστα που έχει επιμεληθεί το Τανίνη Αγάπη μου. Άλλος ένας λόγος που λύσσαξα που ήταν κλειστό. Άλλο ένα πράγμα που μπαίνει επίσης στη λίστα μου για την επόμενη φορά. 

Η επίσκεψη στο οινοποιείο Μονεμβασίας – Τσιμπίδη για να δοκιμάσεις πολύβραβευμένα κρασιά τους

Πήγα Μονεμβασιά για το 1ο Malvasia Festival Monemvasia. Και αυτά είναι τα καλύτερα που έφαγα, ήπια και έζησα εκεί.

Με κρασί ανοίξαμε, με κρασί θα κλείσουμε. Γιατί δεν θα ήμουν εδώ να σου μιλάω για τον Μαλβάζια οίνο και τα κρασιά της Μονεμβασιάς αν δεν ήταν το οινοποιείο Τσιμπίδη. Το οινοποιείο της περιοχής, ξεκίνησε το 1997 από τον Γιώργο και την Έλλη Τσιμπίδη, οι οποίοι από αγάπη για τον τόπο τους και μαγεμένοι από τον μύθο του Μαλβάζια, αποφάσισαν να ξαναβάλουν τη Μονεμβασιά στον οινικό χάρτη. Και αφιέρωσαν όλη τη ζωή τους σε αυτό. Πειραματίστηκαν και ανέδειξαν ξεχασμένες ποικιλίες της περιοχής, όπως η Μονεμβασιά, η Κυδωνίτσα, το Ασπρούδι και το Μαυρούδι. Και φυσικά, αναβίωσαν τον Μαλβάζια οίνο το 2010, μετά από 5 αιώνες που είχε χαθεί στον χρόνο. 

Πλέον, στην ομάδα έχει μπει η νέα γενιά, οι δύο κόρες Μαριαλένα και Αναστασία, που κάνουν στο οινοποιείο αυτό που οφείλουν ως η νέα γενιά να κάνουν: του αλλάζουν τα φώτα. Νέες ετικέτες, πιο μίνιμαλ και ντιζαϊνάτες, πειραματισμοί με πιο ήπιες οινοποιήσεις όπως η Κυδωνίτσα Mature, τολμηρά blends όπως ο Πάνθηρ, ένα ροζέ από Μαυρούδι, Αγιωργίτικο και Λημνιώνα που δείχνει τα νύχια του, και έχω σηκωθεί όρθια και χειροκροτάω.

Στο οινοποιείο Τσιμπίδη λοιπόν θα σε υποδεχτούν σαν στο σπίτι τους, θα δοκιμάσεις πολυβραβευμένα κρασιά από τους βιολογικούς αμπελώνες τους μαζί με τσίμπι-τσίμπι από τοπικά προϊόντα, θα συζητήσετε για το κρασί ακόμα και αν δεν έχεις ιδέα, και θα φορτώσεις και κρασάρες για την επιστροφή, για να παρηγορηθείς λιγάκι που δεν είσαι πλέον Μονεμβασιά.

Μέχρι την επόμενη φορά πάντα. 

Θέλουμε την γνώμη σου!

Το e-mail σου δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Close
Surtuko © Copyright 2021
Close